ευρύνω

ευρύνω
(αόρ. ηύρυνα, παθ. αόρ. ηΰρύνθην) μετ. расширять

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "ευρύνω" в других словарях:

  • ευρύνω — ευρύνω, εύρυνα βλ. πίν. 48 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εὐρύνω — εὐρύ̱νω , εὐρύνω make wide aor subj act 1st sg εὐρύ̱νω , εὐρύνω make wide pres subj act 1st sg εὐρύ̱νω , εὐρύνω make wide pres ind act 1st sg εὐρύ̱νω , εὐρύνω make wide aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευρύνω — (ΑΜ εὐρύνω) [ευρύς] καθιστώ κάτι ευρύ, πλαταίνω, φαρδαίνω αρχ. 1. αφήνω ευρύ διάστημα, πολύ χώρο 2. διαστέλλω 3. εκτείνω …   Dictionary of Greek

  • ευρύνω — εύρυνα, κάνω κάτι ευρύ, πλατύνω, διαπλατύνω, ανοίγω το πλάτος του, πλαταίνω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐρυνεῖ — εὐρύνω make wide fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) εὐρύνω make wide fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυνούσης — εὐρύνω make wide fut part act fem gen sg (attic epic) εὐρῡνούσης , εὐρύνω make wide pres part act fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυνθεῖσα — εὐρύνω make wide aor part pass fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυνθείς — εὐρύνω make wide aor part pass masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυνθείσης — εὐρύνω make wide aor part pass fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυνθῆναι — εὐρύνω make wide aor inf pass …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυνθῇ — εὐρύνω make wide aor subj pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»